ἄγχουρος 1

ἄγχουρος 1.
Grammatical information: m.
Meaning: `gold' (AP; Plu.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: It would be the name of the son of Midas. Fur. 391 compares τάγχουρος γὰρ ὁ χρυσός, ἡ λέξις Περσική, Sch. Theoc. p. 351 W., and τάγχαρας `gold' (Cosmas ad OGI 199). If the word is Pre-Greek, I propose -arʷ- giving -αρ- (cf. ἀρασχάδες) or -ουρ- (see ἀγχοῦρος 2).
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄγχουρος — neighbouring masc/fem nom sg ἄγχουρος 2 gold masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄγχουρος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγχούρος — Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος του Μίδα, βασιλιά της Φρυγίας. Κάποτε στη Φρυγία, κοντά στις Κελαινές, άνοιξε ένα μεγάλο χάσμα στη γη που μεγάλωνε αδιάκοπα και απειλούσε να εξαφανίσει όλη τη χώρα. O Μίδας ρώτησε το μαντείο τι έπρεπε να κάνει και του… …   Dictionary of Greek

  • ἄγχουρον — ἄγχουρος neighbouring masc/fem acc sg ἄγχουρος neighbouring neut nom/voc/acc sg ἄγχουρος 2 gold masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχούροις — ἄγχουρος neighbouring masc/fem/neut dat pl ἄγχουρος 2 gold masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχούροισιν — ἄγχουρος neighbouring masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἄγχουρος 2 gold masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχούρους — ἄγχουρος neighbouring masc/fem acc pl ἄγχουρος 2 gold masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγχουροι — ἄγχουρος neighbouring masc/fem nom/voc pl ἄγχουρος 2 gold masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγχούροις — Ἄγχουρος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγχούροισιν — Ἄγχουρος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγχούρους — Ἄγχουρος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.